Το Site βρίσκεται υπό κατασκευή - Επικοινωνία: Paideia24blog@gmail.com

40%

We'll notify you when the site is live:

Copyright © Paideia 24 - Εκπαιδευτικά Νέα
Από το Blogger.

Τελευταία Σχόλια

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Η σχολική βιβλιοθήκη εστία μάθησης και δημιουργίας

Άρθρο του Παύλου Χαραμή, Εκπαιδευτικός, στο Ένθετο για την Παιδεία της εφημερίδας "ΑΥΓΗ".


Oταν οι εισηγητές του Νόμου Πλαίσιου για τη Γενική Εκπαίδευση (του γνωστού Ν. 1566 του 1985) αποφάσιζαν να συμπεριλάβουν σε αυτόν ειδικό άρθρο για τη σχολική βιβλιοθήκη δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν τις ραγδαίες εξελίξεις που σύντομα θα γνώριζαν οι Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνίας, εξελίξεις που μετέβαλαν ριζικά τους όρους και τις συνθήκες λειτουργίας και των σχολικών βιβλιοθηκών. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο Νόμος αυτός επιχείρησε να αναδείξει μια σημαντική έλλειψη της λειτουργίας των σχολείων, καθώς με το άρθρο 43 η Πολιτεία δεσμεύτηκε για τη σύσταση σχολικών βιβλιοθηκών σε κάθε σχολική μονάδα Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για χρήση από τους μαθητές και μαθήτριες, το διδακτικό προσωπικό και τους κατοίκους της έδρας και της περιοχής του σχολείου.

Δυστυχώς, η πρόθεση του νομοθέτη δεν ευοδώθηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Η σχολική βιβλιοθήκη δεν βρήκε ούτε αυτή τη φορά τη θέση που της αρμόζει στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση. Η αδιαφορία με την οποία κατά κανόνα αντιμετωπίστηκε ό,τι έχει σχέση με την ύπαρξη και τη λειτουργία της είναι ενδεικτική των αναχρονιστικών παιδαγωγικών αντιλήψεων και πρακτικών που επί δεκαετίες έχουν εδραιωθεί και κυριαρχήσει σε όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε αυτές μπορούμε να συμπεριλάβουμε τον εγκλωβισμό της σχολικής γνώσης στο περιεχόμενο του ενός, ‘εγκεκριμένου' διδακτικού βιβλίου, την έμφαση στην αποστήθιση, τη δεσποτεία της δασκαλοκεντρικής, ‘μετωπικής' διδασκαλίας και το αναχρονιστικό εξεταστικό σύστημα.

Από την άλλη πλευρά, είναι προφανές ότι η απουσία μιας καλά οργανωμένης σχολικής βιβλιοθήκης λειτουργεί ως τροχοπέδη σε μια σειρά καινοτομικών παρεμβάσεων, είτε στο επίπεδο της συνολικής εκπαιδευτικής πολιτικής ή στο επίπεδο της καθημερινής διδακτικής πράξης, και σε τελική ανάλυση είναι σε θέση να ακυρώσει ή έστω να υπονομεύσει αξιόλογες εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες. Η παλαιότερη περίπτωση της καθιέρωσης των συνθετικών δημιουργικών εργασιών στην ελληνική εκπαίδευση και η πρόσφατη θεσμοθέτηση των επιστημονικών εργασιών (project) συνιστούν δύο ενδιαφέροντα σχετικά παραδείγματα.

Από την «κουλτούρα της σιωπής» στη δημιουργική συνέρευνα
Η μαθησιακή διαδικασία στο σύγχρονο σχολείο είναι σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη σε αυτό που ο γνωστός παιδαγωγός Πάουλο Φρέιρε αποκαλούσε «τραπεζική μέθοδο»: Όλα περιστρέφονται γύρω από το περιεχόμενο του ενός, επίσημου διδακτικού εγχειριδίου, το οποίο αναπαράγεται στις τάξεις από τους εκπαιδευτικούς και ανακατατίθεται στη συνείδηση των μαθητών και μαθητριών. Oι περισσότερες εργασίες και ασκήσεις που δίνονται για το σπίτι υπηρετούν τους ίδιους σκοπούς, ενώ κατά τη φάση της εξέτασης/αξιολόγησης ελέγχεται ο βαθμός αφομοίωσης της ίδιας ακριβώς ύλης. Πρακτικές όπως η «Τράπεζα Θεμάτων» και τα εξωσχολικά φροντιστήρια ενόψει κρίσιμων εξετάσεων συνήθως λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι η απονέκρωση της περιέργειας, της κριτικής σκέψης και της αμφισβήτησης, του ερευνητικού πνεύματος και της δημιουργικότητας. Ο Reginald Conolly αναπτύσσοντας τις σχετικές απόψεις του Πάουλο Φρέιρε αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Όταν η αγωγή και, ειδικότερα, η σχολική εκπαίδευση γίνονται πράξεις ‘κατάθεσης', με αποδέκτες τους μαθητές και καταθέτη το δάσκαλο, βλέπουμε επί το έργον την περιβόητη ‘τραπεζική αντίληψη της παιδείας', όπως την αποκαλεί ο Φρέιρε. Η επικοινωνία παραχωρεί τη θέση της στα ανακοινωθέντα του δασκάλου, ο οποίος παραδίδει καταθέσεις που οι μαθητές πειθήνια δέχονται, απομνημονεύουν και επαναλαμβάνουν. Το πεδίο δράσης τους δεν υπερβαίνει τις πράξεις της αποδοχής, αρχειοθέτησης και αποθήκευσης των καταθέσεων. [..] Τελικά, εκείνο που αρχειοθετείται και μπαίνει στο ράφι είναι οι ίδιοι οι μαθητές.»

Μια τέτοιου είδους αγωγή έχει ως αποτέλεσμα πολίτες εξαρτημένους, που αντιμετωπίζουν με σιωπηλή αποδοχή την εξουσία, από την οποία εκπορεύεται η επίσημη γνώση. Η όλη διαδικασία της αγωγής είναι, κατά τον Φρέιρε, ένα σημαντικό εργαλείο για τη διατήρηση της «κουλτούρας της σιωπής».

Αντίθετα, αν τα γνωστικά αντικείμενα αντιμετωπίζονται στην τάξη όχι ως ‘καταθέσεις', αλλά ως ιδέες για κριτικό στοχασμό, τότε οι εκπαιδευτικοί και οι διδασκόμενοι/-ες γίνονται συνερευνητές, που βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Η γνώμη και οι απόψεις των εκπαιδευτικών δέχονται διαρκώς την επενέργεια των ίδιων των παιδιών.

Η σχολική βιβλιοθήκη μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια τέτοια διαδικασία. Είτε με την παραδοσιακή μορφή της, ως συλλογή έντυπων στοιχείων και άλλων εποπτικών μέσων, είτε –ιδίως- με τη σύγχρονη, ως κέντρο πηγών πληροφόρησης, τεκμηρίωσης και επικοινωνίας, μπορεί να αναλάβει μια ζωτικής σημασίας μορφωτική λειτουργία.

Κατά τον John Dewey, μπορούμε να αντιληφθούμε τη σχολική βιβλιοθήκη ως μια συλλογή πνευματικών πηγών κάθε είδους, οι οποίες «φωτίζουν το πρακτικό έργο και του δίνουν κάποιο νόημα και μια πλατύτερη διάσταση». Τα παιδιά φέρνουν στην τάξη τις εμπειρίες, τα προβλήματα, τις απορίες, γενικότερα ό,τι τους έχει κινήσει το ενδιαφέρον από την επαφή με τα πράγματα, για να γίνει συζήτηση πάνω σε αυτά. «Έτσι όλα φωτίζονται μ' ένα καινούργιο φως από την πείρα των άλλων, από τη σωρευμένη σοφία του κόσμου μέσα στη βιβλιοθήκη. Εδώ βρίσκεται η οργανική σύνδεση της θεωρίας με την πράξη. Το παιδί δεν κατασκευάζει μόνο πράγματα, αλλά έχει και γνώση του τι κάνει». Και o Dewey καταλήγει: «Αυτό [...] καθορίζει τη θέση του βιβλίου ή της μελέτης στην εκπαίδευση. Βλαβερό σαν υποκατάστατο της πείρας, γίνεται πολύ σημαντικό στην ερμηνεία και την περαιτέρω μετάδοσή της.»

Στο βαθμό, λοιπόν, που το σχολείο αναπτύσσει στους μαθητές και μαθήτριες τη δυνατότητα να αξιοποιούν συνθετικά και δημιουργικά τις ποικίλες πηγές γνώσης και εμπειρίας, ενισχύει την κοινωνική τους αποτελεσματικότητα και τους προετοιμάζει κατά τον καλύτερο τρόπο, ώστε να συμμετέχουν επωφελώς στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Επιστρέφοντας στον Φρέιρε, γνωρίζουμε τα πράγματα, όταν αντιλαμβανόμαστε την αλληλοσυσχέτισή τους. Για να κατανοήσουμε ένα επιμέρους γνωστικό στοιχείο, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πώς αυτό συναρθρώνεται μέσα στο όλο. Έτσι, οι διδασκόμενοι τείνουν να αντικαταστήσουν μια αποσπασματική αντίληψη της πραγματικότητας με μια συνολική. Αυτή ακριβώς η συνολική αντίληψη της πραγματικότητας, στην οποία πρέπει να συμπεριληφθεί και η ιστορική διάσταση, είναι που αποκαλείται γνώση.

Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια, πολυδιάστατη προσέγγιση της γνώσης, που βασίζεται στη συνέρευνα και το διάλογο, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω του ενός σχολικού εγχειριδίου και λιγοστών παραπληρωμάτων του. Απαιτεί την ευρύτερη δυνατή θέαση του γνωστικού αντικειμένου, μια θέαση που συχνά υπερβαίνει –και πρέπει να υπερβαίνει- τα γνωστικά όρια του εκπαιδευτικού. Σε ένα τέτοιο παιδαγωγικό πρότυπο μπορεί να βρει την αξιοποίηση και τη δικαίωσή της η βιβλιοθήκη.

Η πρόσβαση στη γνώση είναι δικαίωμα
Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πρόσβαση στο κατάλληλο βιβλίο και γενικότερα στο κατάλληλο διδακτικό υλικό αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για κάθε παιδί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 17 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που αποτελεί νόμο και για τη χώρα μας, το παιδί πρέπει να έχει εξασφαλισμένη την πρόσβαση σε πηγές ενημέρωσης και υλικά «… που αποσκοπούν στην προαγωγή της κοινωνικής, πνευματικής και ηθικής ευημερίας του, καθώς και της σωματικής και πνευματικής υγείας του». Για το σκοπό αυτό, τα Συμβαλλόμενα κράτη, μεταξύ άλλων, «… ενθαρρύνουν την παραγωγή και τη διάδοση παιδικών βιβλίων».

Ωστόσο, σήμερα η έννοια της βιβλιοθήκης (και της σχολικής) έχει μεταβληθεί ριζικά με τρόπο που υπερβαίνει τα παραδοσιακά της όρια. Η ταχύτητα της αλλαγής ποικίλλει ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και προτεραιότητες συγκεκριμένων κοινωνιών, αλλά οι κατευθύνσεις της, σύμφωνα με μελετητές της UNESCO, είναι σαφείς και ευδιάκριτες. Όροι όπως Βιβλιοθήκη-Κέντρο Πηγών Πληροφόρησης επιχειρούν να δείξουν τη διεύρυνση των πηγών πληροφόρησης πέρα από τα βιβλία, ώστε να συμπεριλάβουν βάσεις δεδομένων, ψηφιακούς δίσκους, το Διαδίκτυο (Internet), τα κάθε είδους αποθετήρια, ένα αενάως διευρυνόμενο φάσμα υπηρεσιών πληροφόρησης και επικοινωνίας. Αντίστοιχα, όροι όπως Κέντρο Μέσων της Κοινότητας (Community Media Centre) σηματοδοτούν μια διαφορετική αντίληψη για τη βιβλιοθήκη, ως ένα πεδίο όπου η γνώση καταναλώνεται αλλά και δημιουργείται με τη χρήση των σύγχρονων μέσων πέρα από τα όρια των παραδοσιακών μέσων.

Οι τάσεις που εκφράζουν αυτοί οι νέοι όροι έχουν εμφανιστεί ενωρίτερα, αλλά καθίστανται ολοένα ισχυρότερες, ο ρυθμός ταχύτερος και η κατεύθυνση της αλλαγής προς ένα ενεργό κέντρο μάθησης δυσκολότερο να αγνοηθεί. Η βιβλιοθήκη δεν είναι πλέον μια αποθήκη διατήρησης πληροφοριών που πρέπει να αναζητηθούν και να καταναλωθούν από επισκέπτες-αναγνώστες. Αυτός ο μάλλον παθητικός ρόλος παραμένει, αλλά σε αυτόν πρέπει να προστεθούν πολύ πιο ενεργητικοί ρόλοι, σύμφωνα με τους οποίους η νέα γνώση παράγεται με τη χρήση πολλών μέσων και μέσα από ένα πολύ πιο ευρύ φάσμα ανθρώπων, που συνδέονται μεταξύ τους και με όλο τον κόσμο.

Σε ένα τέτοιο μεταβαλλόμενο τοπίο η σχολική βιβλιοθήκη καλείται να αναλάβει ένα πολυδιάστατο ρόλο. Από τη μια πλευρά, το εύρος και η πολυμορφία του σχολικού προγράμματος καθιστούν αισθητή την ανάγκη να οργανωθεί μια πλούσια βασική συλλογή πηγών πληροφόρησης, προσανατολισμένη προς την κατεύθυνση της στήριξης και του εμπλουτισμού των διδασκόμενων αντικειμένων και των ποικίλων σχολικών δραστηριοτήτων. Από την άλλη, προβάλλει εξίσου σημαντικό το αίτημα η συλλογή αυτή να καλύπτει τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, τις κλίσεις και τις επιθυμίες των νεαρών αναγνωστών, και να τους παρέχει έγκυρη και υπεύθυνη ενημέρωση σχετικά με προβλήματα και καταστάσεις που τους απασχολούν στην εξωσχολική ζωή τους. Αν και συνήθως δίνεται ιδιαίτερο βάρος στον πρώτο από τους δύο αυτούς τομείς, σε καμιά περίπτωση δε θα έπρεπε να υποτιμηθεί, πολύ περισσότερο να αγνοηθεί και ο δεύτερος. Άλλωστε, τα όρια μεταξύ των προσωπικών ενδιαφερόντων των μαθητών/μαθητριών και των εκπαιδευτικών στόχων του σχολείου σε πολλές περιπτώσεις είναι δυσδιάκριτα και τα μορφωτικά επιτεύγματα στα οποία οδηγούν σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημα.

Η σχολική βιβλιοθήκη μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά για τη διεύρυνση των ορίων της σχολικής γνώσης δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό πιο κριτικούς και δημιουργικούς αποδέκτες της. Η παρουσίαση στην τάξη βιβλίων σχετικών με ένα θέμα, λ.χ. επιστημονικών, τεχνολογικών, έργων τέχνης, ποιητικών συλλογών, συνιστά έναν από τους παραδοσιακούς τρόπους αξιοποίησής της. Αλλά και κάθε άλλο εποπτικό μέσο μπορεί να αξιοποιηθεί σε αυτή την προσπάθεια. Συνήθως, οι σχολικές βιβλιοθήκες στα σύγχρονα σχολεία αποτελούν το χώρο φύλαξης χαρτών, συλλογών, αντικειμένων και άλλων εποπτικών μέσων, ανάμεσα στα οποία τελευταία έχουν προστεθεί και οι πιο σύγχρονες δυνατότητες πρόσβασης σε κάθε είδους βάσεις δεδομένων.

Μια άλλη σημαντική διάσταση της λειτουργίας της σχολικής βιβλιοθήκης σχετίζεται με την καλλιέργεια των λεγόμενων δεξιοτήτων βιβλιοθήκης. Καθώς οι δεξιότητες χειρισμού των παραδοσιακών και σύγχρονων πηγών πληροφόρησης αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η σχολική βιβλιοθήκη αναλαμβάνει ένα ακόμα ρόλο: Να καταστήσει τους μαθητές ικανούς να συλλέγουν τις πληροφορίες ή γνώσεις που τους χρειάζονται, να τις αξιολογούν, να τις ταξινομούν και να τις οργανώνουν σε ένα συνεκτικό σύνολο, προκειμένου να τις παρουσιάσουν προφορικά ή γραπτά. Αυτές οι δεξιότητες δεν πρέπει να θεωρούνται αναγκαίες μόνο για όσους θα ακολουθήσουν ακαδημαϊκές σπουδές – πολλές φορές ακόμη και οι φοιτητές και φοιτήτριες των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων μας συναντούν δυσκολίες στην πρώτη επαφή τους με την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη – αλλά και για κάθε σύγχρονο πολίτη. Με την εκρηκτική ανάπτυξη των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφόρησης η μετάδοση αυτών των δεξιοτήτων καθίσταται πιο σύνθετο και απαιτητικό έργο. Στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αυτό το έργο μπορεί να συντελείται κατά βάση στο χώρο της σχολικής βιβλιοθήκης είτε μέσω αυτοτελών δραστηριοτήτων ή ως συστατικό στοιχείο ευρύτερων εργασιών, που πραγματοποιούνται με τη συνεργασία και υπό την καθοδήγηση του αρμόδιου προσωπικού.

Ίσως οι αναφορές στις σύγχρονες τεχνολογικές διαστάσεις της σχολικής βιβλιοθήκης φαίνονται ανεδαφικές, ιδίως όταν φέρνει κανείς στο νου του τις τραγικές ελλείψεις των σχολείων μας στον τομέα των συμβατικών βιβλιοθηκών ή τις παρωχημένες παιδαγωγικές πρακτικές που κυριαρχούν σε αυτά. Αν όμως επιδιώκουμε να εξασφαλίσουμε στη νεολαία ένα σύγχρονο, ανοιχτό, απελευθερωτικό, δημοκρατικό δημόσιο σχολείο, που θα συνδυάζει την ποιοτική λειτουργία με την ισοτιμία στην παροχή μορφωτικών ευκαιριών, οφείλουμε να θέσουμε το ζήτημα μιας άλλης διδακτικής προσέγγισης στο επίκεντρο του εκπαιδευτικού προβληματισμού, που θα κατοχυρώνει τη θέση και το ρόλο μιας σύγχρονης βιβλιοθήκης – κέντρου πηγών πληροφόρησης και τεκμηρίωσης, επαρκώς εξοπλισμένης και κατάλληλα στελεχωμένης. Οι εργασίες θα έχουν νόημα, γιατί θα αφορμώνται από υπαρκτά προβλήματα και θα διαπραγματεύονται συγκεκριμένα ζητήματα, που βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού των παιδιών. Σε τέτοιες συνθήκες η επικοινωνία μαθητών και εκπαιδευτικών θα είναι ουσιαστική και θα βασίζεται σε σαφείς και συγκεκριμένους στόχους.

Ένα τέτοιο παιδαγωγικό περιβάλλον προνοεί για τη συγκρότηση του μορφωτικού υλικού κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται τα βασικά ενδιαφέροντα όλων των παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη και παράγοντες όπως είναι η ηλικία, το φύλο, η κοινωνική τάξη, το μορφωτικό επίπεδο της οικογένειας, το πολιτισμικό κεφάλαιο που διαθέτουν και άλλα διακριτά κοινωνικά ή και ατομικά χαρακτηριστικά. Μια τέτοια πολυμορφία, που συνεκτιμά τις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες του μαθητικού δυναμικού των σχολείων, πρέπει να χαρακτηρίζει πρώτα και κυρίως τη συγκρότηση της βασικής συλλογής και του κάθε είδους υλικού των σχολικών βιβλιοθηκών.
Ενημερωθείτε για όλα τα εκπαιδευτικά νέα, ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναπληρωτές: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε !
Πατήστε στην εικόνα